γράφει : Σπύρος Χριστόπουλος
Σε μια παραγωγή διάρκειας οκτώ ετών κατασκευάστηκαν μόνο 977 μοντέλα, γεγονός που τα καθιστά από τα σπανιότερα στην ιστορία της εταιρείας
Σήμερα τα περιστροφικά τυφέκια αποτελούν παράξενα αντικείμενα που καλύπτουν την επιθυμία για το "διαφορετικό".
Σύγχρονα υποδείγματα από τις Rossi και Taurus είναι προσιτά, ενώ οι πλέον ελιτιστές μπορουν να αποκτήσουν επί παραγγελία κάποιο αριστούργημα από τον ταλαντούχο Γερμανό Spohr.
Στα μέσα όμως του 19ου αιώνα, το περιστροφικό βυκίο ήταν ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος για όπλα ικανά για πολλαπλές βολές.
Η παγίωση το 1873 του σύγχρονου μεταλλικού κάλυκα που περιέχει καψύλιο, γόμωση και βολίδα σε ένα συμπαγές πακέτο έδωσε λαβή για μια σειρά από πειραματισμούς.
Λογική εξέλιξη
Η Smith & Wesson διέθετε το περίστροφο No.3, απέναντι στο M1873 "Peacemaker" της Colt.
Ποτέ δεν κατάφερε να το ανταγωνιστεί σε πωλήσεις.
Η προτίμηση του Στρατού ήταν υπέρ του ανθεκτικότερου Colt και του φυσιγγίου .45 που χρησιμοποιούσε. Ο στιβαρός και συμπαγής σκελετός του Peacemaker απλά άντεχε πολύ περισσότερη κακοποίηση και διαχειριζόταν δυνατότερες γομώσεις.
Αν το Colt υπερείχε σε δύναμη, το Smith κέρδιζε σε ευχρηστία.
Ο σκελετός του Νο.3 άνοιγε μέσω μιας άρθρωση με περιστροφικό πείρο, αποκαλύπτοντας και τις έξι θαλάμες του βυκίου.
Αυτό επέτρεπε την ταυτόχρονη απόρριψη όλων των καλύκων και πολύ ταχύτερη επαναγέμιση σε σχέση με τον ανταγωνισμό.
Το τίμημα αυτής της ευκολίας ήταν η χρήση πιο αδύναμων φυσιγγίων, ώστε να αντέχει το μάνταλο που συνέδεε τα δύο μέρη του σκελετού.

Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία ενός τυφεκίου που θα λειτουργούσε με την ίδια αρχή. Αυτό ήρθε το 1879 στη μορφή του Model 320.
Διατηρώντας τον ίδιο σκελετό με τη λαβή του πιστολιού Νο.3 οι μηχανικοί της Smth & Wesson σχεδίασαν μια νέα κάνη μήκους 50 εκατοτών (υπήρξαν και εκδόσεις μήκους 40 και 45cm). Οι σωλήνες των κανών είχαν λεπτό προφίλ.
Πάνω τους οι οπλουργοί βίδωναν μια ρίγα τετράγωνης διατομής με τρόπο που έδειχνε αναπόσπαστο κομμάτι της κάνης.
Πάνω εκεί τοποθετούνταν η σκοπευτική ακίδα και το κλισιοσκόπιο. Υπήρχε επιλογή για ακριβέστερο στόχαστρο με προστατευτικό δακτύλιο και έξτα κλισιοσκόπιο τύπου κλίμακας που βιδωνόταν επί του κοντακίου.
Το κοντάκι καθαυτό ήταν μια αξιοπερίεργη συσκευή.
Αντί να είναι σταθερά τοποθετημένο, στηριζόταν με μία στρόφιγγα πάνω στην πιστολολαβή.
Πρακτικά το 320 μπορούσε να λειτουργήσει (ενδεχομένως με στήριξη) και ως πολύ μακρύκανο πιστόλι. Αυτή η ιδιόρυθμη λύση διευκόλυνε την παραγωγή, αφού εκμεταλλευόταν στο έπακρο το κοινά απάρτια μεταξύ πιστολίου και τυφεκίου. Έδινε όμως και τη δυνατότητα να χωρίζεται το όπλο σε δύο μέρη για εύκολη μεταφορά. Ένας λεπτός ξυστός (πάπια) από ξύλο έδινε σημείο επαφής για το βοηθητικό χέρι.
Το S&W 320 χρησιμοποιούσε ένα μοναδικό φυσίγγιο (32 S&W R) διαμέτρου .32 ιντσών (8,15mm).
Είχε την ιδιομορφία πως ο κάλυκας περιέκλειε τη βολίδα βάρους 6.5 γραμμαρίων (100 grain).
Μια γόμωση μαύρης πυρίτιδας την ωθούσε με αρκετή ταχύτητα ώστε να είναι χρήσιμο για μεσαία θηράματα.
Το φυσίγγιο δεν ήταν εναλλάξιμο με τα βυκία των πιστολιών Νο. 3 που χρησιμοποιούσαν το βραχύτερο 38-44 S&W. Έτσι ακυρωνόταν ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα των ελαφρών αραβίδων της εποχής, που δεν είναι άλλο από το κοινό φυσίγγιο με το όπλο χειρός.

Λειτουργία και μειονεκτήματα
Θεωρητικά ήταν μια εξαιρετική ιδέα για τη Smith & Wesson. Όμως στην πράξη δεν προχώρησε.
Σε μια παραγωγή διάρκειας οκτώ ετών κατασκευάστηκαν μόνο 977 μοντέλα, γεγονός που τα καθιστά από τα σπανιότερα στην ιστορία της εταιρείας.
Η εμπορική αποτυχία οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες.
Η εγγενής αδυναμία του σχεδίου να προσαρμοστεί για ισχυρότερα φυσίγγια ήταν ένα μειονέκτημα, καθώς θα απαιτούνταν αλλαγές που θα κατέληγαν σε διαφορετικού μεγέθους βυκίο και σκελετό. Αλλά όπως έχουν δείξει τα περίστροφα No.3 και Webley, το κλείδωμα με μάνταλο θα είναι πάντα ο "άδύναμος κρίκος".
Ένα άλλο πρόβλημα που οι χειριστές του 320 αντιμετώπισαν ήταν το διάκενο μεταξύ βυκίου και κάνης, από το οποίο διέφευγαν υπολείματα πυρίτιδας και μολυβιού. Αυτό το φαινόμενο είναι σύνηθες στα περίστροφα αλλά δεν ενοχλεί όταν τα χέρια βρίσκονται γύρω από τη λαβή.
Με το τουφέκι το βοηθητικό χέρι κρατά το όπλο εκεί όπου τα καυτά υπολείματα εκτοξεύονται με δύναμη πάνω στο δέρμα προκαλώντας εγκαύματα!
Αυτός είναι ένας πρακτικός λόγος που δεν έγιναν ποτέ δημοφιλή.
Την ίδια περίοδο η Winchester διέθετε τα "1873". Ήταν πολύ στιβαρότερα και χρησιμοποιούσαν πολύ κοινότερα φυσίγγια (όπως τα 44-40 και 32-20 που ήταν αντίστοιχο του 32 S&W R). Ταυτόχρονα αποδείχτηκαν εύχρηστα με ευκολότερο τρόπο τροφοδοσίας που δεν απαιτούσε το άνοιγμα σε δύο μέρη.
Η ιστορία έδειξε πως τα Winchester παράγονται ακόμη ενώ τα Smith 320 σταμάτησαν να φτιάχνονται το 1887.

www.bankingnews.gr
Σύγχρονα υποδείγματα από τις Rossi και Taurus είναι προσιτά, ενώ οι πλέον ελιτιστές μπορουν να αποκτήσουν επί παραγγελία κάποιο αριστούργημα από τον ταλαντούχο Γερμανό Spohr.
Στα μέσα όμως του 19ου αιώνα, το περιστροφικό βυκίο ήταν ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος για όπλα ικανά για πολλαπλές βολές.
Η παγίωση το 1873 του σύγχρονου μεταλλικού κάλυκα που περιέχει καψύλιο, γόμωση και βολίδα σε ένα συμπαγές πακέτο έδωσε λαβή για μια σειρά από πειραματισμούς.
Λογική εξέλιξη
Η Smith & Wesson διέθετε το περίστροφο No.3, απέναντι στο M1873 "Peacemaker" της Colt.
Ποτέ δεν κατάφερε να το ανταγωνιστεί σε πωλήσεις.
Η προτίμηση του Στρατού ήταν υπέρ του ανθεκτικότερου Colt και του φυσιγγίου .45 που χρησιμοποιούσε. Ο στιβαρός και συμπαγής σκελετός του Peacemaker απλά άντεχε πολύ περισσότερη κακοποίηση και διαχειριζόταν δυνατότερες γομώσεις.
Αν το Colt υπερείχε σε δύναμη, το Smith κέρδιζε σε ευχρηστία.
Ο σκελετός του Νο.3 άνοιγε μέσω μιας άρθρωση με περιστροφικό πείρο, αποκαλύπτοντας και τις έξι θαλάμες του βυκίου.
Αυτό επέτρεπε την ταυτόχρονη απόρριψη όλων των καλύκων και πολύ ταχύτερη επαναγέμιση σε σχέση με τον ανταγωνισμό.
Το τίμημα αυτής της ευκολίας ήταν η χρήση πιο αδύναμων φυσιγγίων, ώστε να αντέχει το μάνταλο που συνέδεε τα δύο μέρη του σκελετού.

Το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία ενός τυφεκίου που θα λειτουργούσε με την ίδια αρχή. Αυτό ήρθε το 1879 στη μορφή του Model 320.
Διατηρώντας τον ίδιο σκελετό με τη λαβή του πιστολιού Νο.3 οι μηχανικοί της Smth & Wesson σχεδίασαν μια νέα κάνη μήκους 50 εκατοτών (υπήρξαν και εκδόσεις μήκους 40 και 45cm). Οι σωλήνες των κανών είχαν λεπτό προφίλ.
Πάνω τους οι οπλουργοί βίδωναν μια ρίγα τετράγωνης διατομής με τρόπο που έδειχνε αναπόσπαστο κομμάτι της κάνης.
Πάνω εκεί τοποθετούνταν η σκοπευτική ακίδα και το κλισιοσκόπιο. Υπήρχε επιλογή για ακριβέστερο στόχαστρο με προστατευτικό δακτύλιο και έξτα κλισιοσκόπιο τύπου κλίμακας που βιδωνόταν επί του κοντακίου.
Το κοντάκι καθαυτό ήταν μια αξιοπερίεργη συσκευή.
Αντί να είναι σταθερά τοποθετημένο, στηριζόταν με μία στρόφιγγα πάνω στην πιστολολαβή.
Πρακτικά το 320 μπορούσε να λειτουργήσει (ενδεχομένως με στήριξη) και ως πολύ μακρύκανο πιστόλι. Αυτή η ιδιόρυθμη λύση διευκόλυνε την παραγωγή, αφού εκμεταλλευόταν στο έπακρο το κοινά απάρτια μεταξύ πιστολίου και τυφεκίου. Έδινε όμως και τη δυνατότητα να χωρίζεται το όπλο σε δύο μέρη για εύκολη μεταφορά. Ένας λεπτός ξυστός (πάπια) από ξύλο έδινε σημείο επαφής για το βοηθητικό χέρι.
Το S&W 320 χρησιμοποιούσε ένα μοναδικό φυσίγγιο (32 S&W R) διαμέτρου .32 ιντσών (8,15mm).
Είχε την ιδιομορφία πως ο κάλυκας περιέκλειε τη βολίδα βάρους 6.5 γραμμαρίων (100 grain).
Μια γόμωση μαύρης πυρίτιδας την ωθούσε με αρκετή ταχύτητα ώστε να είναι χρήσιμο για μεσαία θηράματα.
Το φυσίγγιο δεν ήταν εναλλάξιμο με τα βυκία των πιστολιών Νο. 3 που χρησιμοποιούσαν το βραχύτερο 38-44 S&W. Έτσι ακυρωνόταν ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα των ελαφρών αραβίδων της εποχής, που δεν είναι άλλο από το κοινό φυσίγγιο με το όπλο χειρός.

Λειτουργία και μειονεκτήματα
Θεωρητικά ήταν μια εξαιρετική ιδέα για τη Smith & Wesson. Όμως στην πράξη δεν προχώρησε.
Σε μια παραγωγή διάρκειας οκτώ ετών κατασκευάστηκαν μόνο 977 μοντέλα, γεγονός που τα καθιστά από τα σπανιότερα στην ιστορία της εταιρείας.
Η εμπορική αποτυχία οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες.
Η εγγενής αδυναμία του σχεδίου να προσαρμοστεί για ισχυρότερα φυσίγγια ήταν ένα μειονέκτημα, καθώς θα απαιτούνταν αλλαγές που θα κατέληγαν σε διαφορετικού μεγέθους βυκίο και σκελετό. Αλλά όπως έχουν δείξει τα περίστροφα No.3 και Webley, το κλείδωμα με μάνταλο θα είναι πάντα ο "άδύναμος κρίκος".
Ένα άλλο πρόβλημα που οι χειριστές του 320 αντιμετώπισαν ήταν το διάκενο μεταξύ βυκίου και κάνης, από το οποίο διέφευγαν υπολείματα πυρίτιδας και μολυβιού. Αυτό το φαινόμενο είναι σύνηθες στα περίστροφα αλλά δεν ενοχλεί όταν τα χέρια βρίσκονται γύρω από τη λαβή.
Με το τουφέκι το βοηθητικό χέρι κρατά το όπλο εκεί όπου τα καυτά υπολείματα εκτοξεύονται με δύναμη πάνω στο δέρμα προκαλώντας εγκαύματα!
Αυτός είναι ένας πρακτικός λόγος που δεν έγιναν ποτέ δημοφιλή.
Την ίδια περίοδο η Winchester διέθετε τα "1873". Ήταν πολύ στιβαρότερα και χρησιμοποιούσαν πολύ κοινότερα φυσίγγια (όπως τα 44-40 και 32-20 που ήταν αντίστοιχο του 32 S&W R). Ταυτόχρονα αποδείχτηκαν εύχρηστα με ευκολότερο τρόπο τροφοδοσίας που δεν απαιτούσε το άνοιγμα σε δύο μέρη.
Η ιστορία έδειξε πως τα Winchester παράγονται ακόμη ενώ τα Smith 320 σταμάτησαν να φτιάχνονται το 1887.

www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών